14 Ιαν 2011

Ασκήσεις αντοχής για το καθεστώς Μπεν-Αλί




Το 2011 επεφύλασσε εξαιρετικά δυσάρεστες εκπλήξεις για το τυνησιακό καθεστώς και τον εδώ και 22 χρόνια Πρόεδρό του Ζιν Αμπεντίν Μπεν-Αλί. Ένας δραματικός δημόσιος αυτοπυρπολισμός ενός άνεργου απόφοιτου πανεπιστημίου, όταν συνελήφθη από την αστυνομία την ώρα που πουλούσε φρούτα στο δρόμο "χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την νόμιμη άδεια", ήταν η αφορμή να αρχίσουν σε κάθε πόλη της χώρας μαζικές διαμαρτυρίες κατά του καθεστώτος. Τις τελευταίες 5 μέρες υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν από πυρά αστυνομικών 70 άτομα και παρά την τακτική υποχώρηση του Προέδρου Μπεν-Αλί, που δήλωσε ότι δεν θα είναι για άλλη μια φορά υποψήφιος στις επικείμενες προεδρικές εκλογές, οι ταραχές συνεχίζονται δριμύτερες, ηλεκτρίζοντας ακόμα περισσότερο την ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα στη χώρα, καθιστώντας την στην ουσία εκτός ελέγχου.

Αν και η Τυνησία ήταν από τις πρώτες χώρες της Αφρικής που απελευθερώθηκε από τον αποικιακό ζυγό, και μάλιστα χωρίς να αποδεχθεί το μοναρχικό πολίτευμα που η Γαλλία ήθελε να επιβάλει άμα τη αποχωρήσει της. Από την άλλη πλευρά, από τότε που η Τυνησία υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος, από το 1956 έως και σήμερα διοικείται ουσιαστικά από το ίδιο καθεστώς και καθ΄όλη τη διάρκεια της νεώτερης Ιστορίας της, γνώρισε μόνο δύο Προέδρους : τον Χαμπίμπ Μπουργκίμπα από το 1956 έως το 1989, και τον Ζιν Αμπεντίν Μπεν-Αλί από το αναίμακτο πραξικόπημα του 1989 έως και σήμερα.

Η επιφανειακή σταθερότητα που διέπει την πολιτειακή ζωή της χώρας δεν θα πρέπει να μάς οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Πράγματι, οι προεδρικές εκλογές διενεργούνται πάντοτε στην ώρα τους, με θριαμβευτικά ποσοστά της τάξεως του 99% ή έστω κάτι λιγότερο υπέρ του ενός και μοναδικού υποψηφίου για τον Προεδρικό θώκο, ενώ ανάλογα ποσοστά σημειώνει και το μοναδικό νόμιμο 'κόμμα' που τον υποστηρίζει. Ο πολυκομματισμός ως έννοια, επί της ουσίας είναι άγνωστος στη χώρα, αφού ήδη από την πρώιμη εποχή της τυνησιακής ανεξαρτησίας έχουν κηρυχθεί εκτός νόμου τόσο οι πολιτικοί σχηματισμοί της Αριστεράς όσο και οι ισλαμιστές (στις τάξεις των οποίων ήταν απλώς θέμα χρόνου να σχηματισθεί το ακραίο ένοπλο κίνημα Αλ-Νάχντα). Απαντώντας στις επικρίσεις από το εξωτερικό, το καθεστώς Μπεν-Αλί επέτρεπε κατά καιρούς τη δράση ήπιων αντιπολιτευόμενων ομάδων και την ύπαρξη ανθυποψηφίων για την Προεδρία, χωρίς όμως να έχουν το κύρος και την απήχηση προς τον λαό -με αποτέλεσμα η εκάστοτε 'αντιπολίτευση' να αποτελεί το ουσιαστικό δεκανίκι της μονοκρατορίας του Προέδρου και του καθεστώτος του. Από την άλλη, το τυνησιακό Σύνταγμα έχει κατά καιρούς αναθεωρηθεί, με κύριο όμως σκοπό να ανανεώσει το δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας του Προέδρου Μπεν-Αλί, αυξάνοντας το όριο ηλικίας του υποψηφίου - και πάντοτε έχοντας ως χρονικό ορίζοντα τις επερχόμενες εκλογές.

Η μακροημέρευση του καθεστώτος Μπεν-Αλί όμως δεν πρέπει να θεωρηθεί αδικαιολόγητη. Σύμφωνα με τους διεθνείς δείκτες, η Τυνησία έχει μία από τις ισχυρότερες οικονομίες στην αφρικανική ήπειρο και η ποιότητα ζωής των πολιτών της δεν συγκρίνεται με αυτήν των πολιτών των άλλων αναπτυσσόμενων αραβικών χωρών. Η αγοραστική δύναμη των μεσαίων στρωμάτων της τυνησιακής κοινωνίας είναι από τις ισχυρότερες στην αφρικανική ήπειρο, ο τουριστική βιομηχανία είναι από τις περισσότερο προηγμένες του αραβικού κόσμου, η αλιεία και η γεωργία βρίσκονται σε άνθηση, ενώ οι γαλλικές και μετέπειτα οι οικονομικές ενισχύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ουσία παραμέρησαν τις αντιπολιτευτικές τάσεις που σιγόβραζαν επί δεκαετίες.

Η έξωθεν καλή μαρτυρία της "Τυνησιακής Δημοκρατίας" ενισχύθηκε από τις έξυπνες κινήσεις της στις διεθνείς διπλωματικές της σχέσεις. Η Τυνησία αποτέλεσε και αποτελεί ακόμα έναν από τους σταθερότερους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κύριο προστάτη της την πρώην μητρόπολή της, τη Γαλλία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρήκαν τον στρατηγικό τους σύμμαχο στην 'μάχη κατά της τρομοκρατίας', αφού τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τύνιδα, μετά το κτύπημα 11ης Σεπτεμβρίου 2001, βρέθηκαν στο κοινό αντιισλαμιστικό στρατόπεδο. Δεν αποτελεί μάλιστα έκπληξη ότι στην αμερικανική προσπάθεια εκδημοκρατισμού του αραβικού κόσμου -πολιτική που τελικά απορρίφθηκε μετά το πέρας της θητείας Τζωρτζ Μπους- , η Τυνησία προβαλλόταν ως 'πολίτευμα-πρότυπο' για την ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, και η Ευρωπαϊκή Ένωση στήριξε όλες αυτές τις δεκαετίες και συνεχίζει να στηρίζει το τυνησιακό καθεστώς, βλέποντας στο πρόσωπο του Μπεν-Αλί έναν αξιόπιστο οικονομικό εταίρο, που απεχθάνεται κάθε ισλαμιστική φωνή, δέχεται επενδύσεις, αγοράζει όπλα και καταναλωτικά προϊόντα. Έτσι, η Τυνησία -σε αντίθεση τόσο με την απομονωμένη διπλωματικά Λιβύη του Καντάφι, όσο και με την κοινωνικά μονίμως ταραγμένη Αλγερία- αποτελεί χρόνια τώρα το 'ασφαλές μαξιλάρι' της Ευρώπης στη Μεσόγειο, χωρίς ποτέ να εγείρει ζήτημα περαιτέρω σύνδεσής της με τις Βρυξέλλες και είναι πάντοτε ευχαριστημένη με τις παροχές που έρχονται από τον επενδύοντα πλούσιο Βορρά. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν, ότι ενώ η Ευρώπη γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική και δεικτική σε ό,τι αφορά τον εκδημοκρατισμό χωρών όπως της Τουρκίας ή της Λευκορωσίας -που πιθανότατα κάποτε στο μέλλον θα λάβουν αυτό το πολυπόθητο "ISO Δημοκρατίας"-, όσον αφορά την Δημοκρατία της Τυνησίας οι αξιωματούχοι της Ε.Ε. έχουν επανειλημμένως δηλώσει πλήρως ικανοποιημένοι από το 'τυνησιακό θαύμα', που συμβάλλει στον "υγιή διάλογο Βορρά-Νότου".

Αλλά και στον αραβικό κόσμο η Τύνιδα κατάφερε να αποκτήσει ιδιαίτερη αίγλη, εκφράζοντας την 'ήπια αραβική στάση' τόσο απέναντι της Δύσης όσο και απέναντι του Ισραήλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο γραφικό τουριστικό νησί Τζέρμπα ανθεί η εκεί εβραϊκή κοινότητα, ενώ η Τυνησία είναι από τις πρώτες αραβικές χώρες που δέχθηκε ισραηλινούς τουρίστες και όταν οι διπλωματικοί συσχετισμοί το επέτρεψαν, είχε ανοίξει γραφείο συμφερόντων στο Τελ Αβίβ. Παράλληλα όμως, κατά τη δεκαετία του '80 μετά την υπογραφή συνθήκης ειρήνης της Αιγύπτου με το Ισραήλ, η έδρα του Αραβικού Συνδέσμου μεταφέρθηκε στην Τύνιδα, όπου επίσης μεταφέρθηκε το αρχηγείο της PLO, όταν ο Γιάσερ Αραφάτ εκδιώθηκε από τον Λίβανο. Άλλωστε, ποτέ δεν ξεχάστηκε ότι εκείνη ακριβώς τη δεκαετία το παλαιστινιακό αρχηγείο, που βρισκόταν στο κέντρο της Τύνιδας, βομβαρδίστηκε από ισραηλινά πολεμικά αεροπλάνα.

Έτσι, το καθεστώς Μπεν-Αλί αφ΄ενός εδραιώθηκε διπλωματικά τόσο περιφερειακά όσο και διεθνώς, αφ'ετέρου όμως κατέπνιγε συστηματικά κάθε αντιπολιτευόμενη φωνή στο εσωτερικό της χώρας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο στρατός επενέβη για να επαναφέρει στην τάξη τις παραμεθόριες κωμοπόλεις, όπου η ισλαμιστική οργάνωση Αν-Νάχντα επεδίωκε να ακολουθήσει το παράδειγμα των ισλαμιστών της Αλγερίας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η Τύνιδα ζήτησε (και έλαβε) τη συνδρομή τόσο της Γαλλίας όσο και των άλλων αραβικών κρατών, προκειμένου να αποσωβηθούν οι λιβυκές εδαφικές αξιώσεις στην Νότια Τυνησία, όπου υπάρχουν κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Παροιμιώδης είναι η στάση του τυνησιακού καθεστώτος όσον αφορά στην φίμωση των ΜΜΕ, αλλά κυρίως στην ποινικοποίηση της ελεύθερης χρήσης του ίντερνετ. Η Δημοκρατία της Τυνησίας έχει στην ουσία κηρύξει πόλεμο κατά του διαδικτύου, εγκαθιστώντας στις τηλεφωνικές γραμμές της χώρας εξαιρετικά προηγμένο λογισμικό "ηλεκτρονικής λογοκρισίας", εμποδίζοντας την πρόσβαση των τυνήσιων χρηστών όχι σε άσεμνες σελίδες (όπως θα ήταν ίσως αναμενόμενο σε κάθε αραβική μουσουλμανική χώρα), αλλά στα αντιπολιτευόμενα ισλαμιστικά και αριστερά blogs αντικαθεστωτικών μεταναστών που βρίσκονται στη Γαλλία και στην Ισπανία. Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι τελευταία διαπιστώθηκε η διείσδυση των αστυνομικών αρχών της χώρας στις σελίδες των τυνησίων χρηστών του δημοφιλούς Facebook, ενώ έχει αναφερθεί πως οι συλλλήψεις πολιτών στα ίντερνετ καφέ αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα.

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την αναπτυσσόμενη τυνησιακή οικονομία, ούτε βέβαια και τον ευαίσθητο κοινωνικό της ιστό, για τον οποίο πολύ λίγα είναι γνωστά διεθνώς, αφού το καθεστώς φροντίζει να φιλτράρει όχι μόνο ό,τι μπορεί να γίνει γνωστό στη χώρα αλλά και ό,τι βγαίνει προς τα έξω. Μία κοινωνία που επί δεκαετίες δεν έχει βρει συνταγματικά θεσμοθετημένες διεξόδους για να αποκρυσταλλώσει και να εκφράσει ομαλά τις αντικρουόμενες ιδεολογικοκοινωνικές της τάσεις. Μία κοινωνία που δείχνει να θέλει να αποτινάξει έναν 'δημοκρατικά φτιαγμένο' πολιτειακό-κομματικό ζυγό, βρίσκοντας ως αφορμή την αυξανόμενη ανεργία, την αύξηση των τιμών σε βασικά καταναλωτικά αγαθά και την μη απορρόφηση εργαζομένων στο ήδη υδροκέφαλο και κομματικό τυνησιακό Δημόσιο.

Υπ' αυτό το πρίσμα και με δεδομένο το πολιτειακό και ιστορικό υπόβαθρο του μακροβιότατου καθεστώτος Μπεν-Αλί, θα ήταν λάθος να ερμηνευθούν οι ταραχές στη χώρα απλώς και μόνο ως ακόμα ένα κοινωνικό ξέσπασμα κατά της φτώχειας και της ανέχειας (άλλωστε, η λαϊκή δυσαρέσκεια σε καιρούς οικονομικής ανέχειας αποτελεί διεθνές φαινόμενο και απ'ό,τι φαίνεται αυτό το φαινόμενο θα σημειώνεται ολοένα και συχνότερα).
Θα ήταν επίσης λάθος η διεθνής κοινότητα -και ειδικότερα η δημοκρατική Ευρώπη- να συνεχίσει να βολεύεται από τις καλές υπηρεσίες της Τύνιδας και του ψευδεπίγραφα δημοκρατικού της καθεστώτος, το οποίο ναι μεν φρόντισε να ανεβάσει τους οικονομικούς δείκτες, τις στατιστικές και τον βαθμό απορρόφησης δυτικών κονδυλίων, υποτίμησε όμως κατά τρόπο προκλητικό και επί δεκαετίες τους ίδιους τους πολίτες του.




2 σχόλια:

Ιουστίνη Φραγκούλη είπε...

Αγαπητέ μου Γαβριήλ,
Τί ολοκληρωμένη εικόνα γιά την Τυνησία, την ιστορία της και της θέση της στη διεθνή διπλωματία.
Ως δημοσιογράφος υποκλίνομαι!!!
Σ΄ευχαριστώ γιά την επίσκεψη

Γαβριηλ / Gabriel είπε...

καλως βρεθήκαμε!
:-)

Related Posts with Thumbnails