Μέσα σε όλην αυτήν την απογοήτευση που αποπνέει η σχεδόν ανύπαρκτη προεκλογική περίοδος, την ατέρμονη ονοματολαγνεία και την εκκωφαντική σιωπή περί των προγραμμάτων, των σχεδίων και πολιτικών που πρόκειται να εφαρμοσθούν επί Καλλικράτη ελλείψει πόρων και θεσμών, νά που γίνεται κάτι απλό και κάπου λες ότι μπορεί ίσως και να μην είναι όλα μαύρα κι άραχνα τελικά.
Και εκεί που η πραγματικότητα δείχνει να σιωπά, ορίστε που εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά η φωνή της τέχνης, με την αφηγηματικότητα των μορφών της να ανοίγει παράθυρα εκεί που οι πόρτες φαίνονται ερμητικά κλειστές.
Αυτή ήταν η εντύπωση που αποκόμισα από την προβολή του καθαυτού 'ροδίτικου' ντοκυμαντέρ μικρού μήκους διάρκειας μόλις μισής ώρας και μερικών ακόμα λεπτών, που μάς αφηγήθηκε ιστοριούλες που κρατούν χρόνια όπως οι καλές κολώνιες. Μικρές ανθρώπινες ιστορίες με κοινό τόπο το νησί μας. Ένα νησί-καβουρδιστήρας.
Τα υλικά : πέντε καλά δεμένες αφηγήσεις, καθεμιά προερχόμενη από πέντε ξεχωριστούς ανθρώπους από διαφορετικά μήκη και πλάτη της γης, που μια μέρα αποφάσισαν να επιλέξουν αυτό το κομμάτι Αιγαίου σε σχήμα μπακλαβά και επέλεξαν να κάνουν τόσο τη δική τους ζωή όσο και τη δική μας -των ντόπιων- κατά τι γλυκύτερη.
η αίθουσα του Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου, 23.10.2010
Ο τίτλος του ντοκυμαντέρ ευφυέστατος -και ακόμα ευρηματικότερη η απόδοσή του σε άπταιστα Greeklish- :
Πέντε άνθρωποι που "xemeinan" και παρέμειναν ανάμεσά μας. Και το καλύτερο : τους τρεις απ'αυτούς έχω την τύχη να τους ξέρω χρόνια και χρόνια. Kι όπως τους ξέρω στην πραγματικότητα, ίδιους κι απαράλλαχτους τούς είδα στο πανί της μικρής και ζεστής αίθουσας του Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου. Και αυτό ακριβώς το γεγονός το θεωρώ επιτυχία από μόνο του.
Η δανέζα Γιούτε Άντερσεν ζει περισσότερα χρόνια στη Ρόδο απ'όσα ζω εγώ. Όταν τον Ιούνιο του 1965 την έστειλε εδώ ένα δανικό ταξιδιωτικό πρακτορείο ως ξεναγό, εγώ δεν υπήρχα ούτε καν ως φαντασίωση των γονιών μου.
Από τότε που θυμάμαι τον κόσμο, η Γιούτε ήταν γειτόνισσά μας και το πάθος της γνωστό : τα ζώα. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητο για εκείνες τις εποχές στην Ελλάδα και στη Ρόδο ότι οι άνθρωποι 'οφείλουν' να σέβονται τα ζώα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η Γιούτε έκανε παρατηρήσεις για το πώς ζουν τα ζώα ανάμεσά μας (μάλιστα, θυμάμαι κι εμένα με είχε κατσαδιάσει κάποια στιγμή όταν ήμουν στο Δημοτικό, και πολύ καλά μού έκανε-ακόμα το θυμάμαι!). Και η Γιούτε, με τα σπαστά ελληνικά της με την έντονη προφορά Κοπεγχάγης, άφησε στην κοινωνία μας το στίγμα της, δημιουργώντας εκ του μηδενός τον πρώτο ζωοφιλικό σύλλογο του νησιού, τον "Σύλλογο Φιλοζωικής Ρόδου".
Ξέρω, από απόψεως σωστού συντακτικού και γραμματικής ο τίτλος αυτού του Συλλόγου έχει πολλά λάθη. Αλλά ούτε κι αυτό μάς παραξένεψε.
Όλα τα ιδρυτικά του μέλη ήταν 'ξένες', όπως τις αποκαλούσαν τότε στη Ρόδο του '80 -κάποτε με συμπάθεια αλλά πολλές φορές ακόμα και με περιφρόνηση, κακά τα ψέμματα-. Οι 'ξένες' λοιπόν, που κάποιος καλοκαιρινός έρωτας τις κράτησε ανάμεσά μας, 'ξέμειναν' και έφεραν το πιο έντονο γαι την εποχή 'φανερό' χαρακτηριστικό του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού : τη ζωοφιλία. Και νομίζω πως είναι καιρός να το παραδεχθούμε, κι ας μην μάς αρέσει : η Μπριζίτ Μπαρντό δεν είχε καθόλου άδικο όταν μάς έθαβε διεθνώς για την κακή αντιμετώπιση που χαίρουν τα ζώα από τους νεοέλληνες.
Όλα τα ιδρυτικά του μέλη ήταν 'ξένες', όπως τις αποκαλούσαν τότε στη Ρόδο του '80 -κάποτε με συμπάθεια αλλά πολλές φορές ακόμα και με περιφρόνηση, κακά τα ψέμματα-. Οι 'ξένες' λοιπόν, που κάποιος καλοκαιρινός έρωτας τις κράτησε ανάμεσά μας, 'ξέμειναν' και έφεραν το πιο έντονο γαι την εποχή 'φανερό' χαρακτηριστικό του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού : τη ζωοφιλία. Και νομίζω πως είναι καιρός να το παραδεχθούμε, κι ας μην μάς αρέσει : η Μπριζίτ Μπαρντό δεν είχε καθόλου άδικο όταν μάς έθαβε διεθνώς για την κακή αντιμετώπιση που χαίρουν τα ζώα από τους νεοέλληνες.
Σήμερα ευτυχώς είναι αυτονόητο ότι σε κάθε πόλη υπάρχει τουλάχιστον ένας σύλλογος που φροντίζει τα ζώα (αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ξαφνικά η Μπριζίτ διαψεύδεται!). Τότε όμως ακουγόταν σαν κάτι το πραγματικά εξωπραγματικό ο λόγος ύπαρξης ενός τέτοιου συλλόγου. Και η Γιούτε μάς έβαλε τα γυαλιά, και συνεχίζει να μάς τα βάζει δηλώνοντας ευθαρσώς ότι όταν θα αισθανθεί άρρωστη και ανήμπορη να ζει μόνη της, θα τα μαζέψει και θα πάει πίσω στη Δανία, όπου η τρίτη ηλικία χαίρει σαφώς καλύτερης αντιμετώπισης από το κράτος.. Και πολύ καλά θα κάνει! Άλλωστε, από τη σημερινή Ελλάδα το σκάνε πλέον ακόμα και οι νέοι με μεταπτυχιακά..
Ειδικά όμως για την Γιούτε πιστεύω ότι με το που θα φτάσει στο πρώτο σκαλί για ν'ανέβει στο αεροπλάνο της επιστροφής (;), την ίδια στιγμή θα γυρίσει επιτόπου και θα μείνει στον τόπο της, που ..ξέμεινε τα τελευταία 45 χρόνια!
Η Μάικε Κόνιαλη (το ολλανδικό επώνυμο αδυνατώ να το αποδώσω σωστά σε γραπτά ελληνικά) με βρήκε μωρό στην πολυκατοικία που μεγάλωσα. Μάς χώριζαν δύο ή τρεις όροφοι, δεν πολυθυμάμαι. Ήξερα ότι και εκείνη ήταν μία από εκείνες τις 'ξένες' που ασχολούνται με τα ζώα της Γιούτε (και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, είναι καταπληκτικό πώς όλες οι εξω-βιοποριστικές ενασχολήσεις τότε στη Ρόδο είχαν ..ονοματεπώνυμο!). Η ταινία όμως μού αποκάλυψε μία εθελοντική της δραστηριότητα που μέχρι πρόσφατα ομολογώ πως δεν ήξερα.
Χρειάστηκε να πηγαινοέρχομαι από το νοσοκομείο, πριν ο παππούς αποφασίσει ότι αυτή η ζωή τού είχε δώσει ό,τι περισσότερο μπορούσε, για να ανακαλύψω ότι η Μάικε βρισκόταν επί μονίμου βάσεως στη ρεσεψιόν του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου, δίνοντας οδηγίες για το πού θα πρέπει να απευθυνθούν οι ασθενείς και οι επισκέπτες. Μέχρι τότε -και ευτυχώς για μένα- δεν είχε τύχει να έχω πολλά πάρε-δώσε με το ευαγές αυτό ίδρυμα. Η Μάικε όμως, πέρα από τη δουλειά της και τις ευθύνες ενός νοικοκυριού, βρήκε τη θέση της για να προσφέρει στο σύνολο. Όπως ακριβώς θα έκανε στην Ολλανδία, μια χώρα όπου ο εθελοντισμός και η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα.
Έχοντας πρόσφατα επισκεφθεί την μη τουριστική Ολλανδία -μακρυά από το έξαλλο Άμστερνταμ των coffee-shops και των γυάλινων πορνείων- και έχοντας δει από κοντά τι σημαίνει στην κυριολεξία να 'χτίζεις' αλλά και να διατηρείς με τα ίδια σου τα χέρια το ίδιο το χώμα που πατάς, κατάλαβα ακόμα περισσότερο την Μάικε, την ολλανδή που όταν βλέπει ότι το αυτοκίνητο δεν παίρνει τη σωστή πορεία, σκουντάει τον οδηγό, του λέει να σταματήσει, ύστερα με ήρεμη φωνή του λέει να βγει έξω και εν τέλει παίρνει το τιμόνι στα χέρια της.
Κάπως έτσι πιστεύω πως βρέθηκε στο πόστο που εφηύρε για τον εαυτό της. Και αυτό το πόστο στη ρεσεψιόν του νοσοκομείου μας, βρήκε τη δική του... Μάικε.
Κάπως έτσι πιστεύω πως βρέθηκε στο πόστο που εφηύρε για τον εαυτό της. Και αυτό το πόστο στη ρεσεψιόν του νοσοκομείου μας, βρήκε τη δική του... Μάικε.
Η καθημερινότητα της Μπεσάρα Χάρρις γεμίζει από μόνη της μία ολόκληρη ταινία μεγάλου μήκους -μην πω και δύο! Γεννημένη στη Μελβούρνη, από μια μαμά μικροκαμωμένη κοκκινομάλα με φακίδες και από μπαμπά μαύρο πανύψηλο με καταγωγή τη Σιέρρα Λεόνε, βρέθηκε στη Ρόδο στα μέσα της δεκαετίας του '80, για λόγους που ούτε καν εκείνη γνωρίζει.
Με την Μπεσάρα μάς συνδέουν κοινές κρασοσυνάξεις στα σοκάκια της Παλιάς Πόλης και ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που με εμπιστεύθηκε ως 'νέο δικηγόρο' (που ακόμα ήταν ντυμένος στα χακί σημειωτέον!) να τής τακτοποιήσω κάποιες λεπτομέρειες που είχαν να κάνουν με την οξύμωρη γραφειοκρατία προκειμένου να πραγματοποιηθεί ένα street party του καινούργιου τότε μπαρ της, που λεγόταν (και λέγεται ακόμα) "Besarah" (μα πώς αλλιώς;!).
Καθότι εισέτι άτεκνος, δεν μπορούσα να ξέρω ότι κάποια χρόνια πριν η Μπεσάρα διοργάνωνε τια πρωινά της Κυριακής εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες για παιδιά μέσα στα σοκάκια της Παλιάς Πόλης και στο πάρκο της Μεσαιωνικής Τάφρου. Και όμως, τώρα συνειδητοποιώ ότι όντως τα παιδιά του Δημοτικού στη σημερινή Ρόδο πράγματι δεν έχουν πουθενά πια να βγουν να παίξουν με ασφάλεια -εκτός από τους στεγασμένους πλαστικούς παιδότοπους/παιδοparking, όπως τα λέω..-.
Το πέρας της παλιάς αθώας εποχής της 'παιδικής χαράς', εμείς οι σύγχρονοι Ροδίτες το δεχθήκαμε με αναισθησία, θαμπωμένοι μέσα στην παραζάλη της αυξημένης δανειοληπτικής μας ικανότητας... Όχι όμως και η αυστραλέζα μέτοικος.
Μία πλευρά της Μπεσάρα που δεν ήξερα, και με έκανε να την αγαπήσω ακόμα περισσότερο -πέραν του ότι κάθε μα κάθε δικηγόρος δεν ξεχνά ποτέ την πρώτη του πελάτισσα! κανόνας άγραφος!-
Τους δύο άλλους ήρωες της ταινίας δεν τούς γνώριζα προσωπικά.
Ο Τζωρτζ Μπρούντερς δικαίωσε την ολλανδική του φύτρα κάνοντας τα αυτονόητα, που όμως κανένας Ροδίτης δεν θα τα τολμούσε, μην τύχει και χάσει αυτό που λέμε 'αξιοπρέπεια' και 'καλώς φαίνεσθαι'. Γιατί, πείτε μου, ποιός από μας σκέφθηκε ποτέ να σηκωθεί πρωί πρωί, να πάρει μια πλαστική σακκούλα, να βάλει τη φόρμα και τα γάντια του και να μαζεύει τα πεταμένα πλαστικά και κάθε είδους σκουπίδια από την κεντρική παραλία της πόλης, και μετά να συνεχίζει κανονικά τη μέρα του;
Η απάντηση απλή : κανείς!
Και γι'αυτό δικαίως ο Τζωρτζ βραβεύθηκε από τον Δήμαρχο κ. Χατζή Χατζηευθυμίου και ανακηρύχθηκε επίτιμος συνδημώτης μας.
Όσο για τον γαλλόφωνο βέλγο συνταξιούχο Ζαν Μαιζέ, η Ρόδος επέπρωτο να τον περιμένει υπομονετικά για να περάσουν μαζί την 60ή δεκαετία της ζωής του. Η μετρημένη λατινογενής του κουλτούρα σε συνδυασμό με τις βόλτες στα σοκκάκια της Παλιάς Πόλης και την ενασχόλησή του στο Γαλλικό Κατάλυμα μού ψυθίρισαν πολλά περισσότερα απ'όσα ίσως θα είχε σκοπό να πει στον φακό.
Όσο για το καθαρά γαλλικό υπαίθριο παιχνίδι "πετάνκ" με φόντο τα τείχη της Ρόδου, τι να πω! Μού διαφεύγουν οι λέξεις!
Και είναι όλες εξαιρετικά συγκινητικές.
Το μικρό αυτό ταινιάκι, που υποτιτλήσθηκε στα ελληνικά με τη βοήθεια των ανθρώπων του Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών της πόλης μας, παρουσίασε μια Ρόδο όμορφη, πολύχρωμη. Μια Ρόδο που είτε δεν την εκτιμούμε όσο πρέπει εμείς οι ντόπιοι, είτε μάς διαφεύγουν οι...λέξεις για να την περιγράψουμε όπως αυτή πραγματικά είναι. Μια Ρόδο που για να την καταλάβουμε, καλό θα ήταν πότε-πότε να την βλέπουμε με τα μάτια των άλλων, των 'ξένων' που αποφάσισαν να την κάνουν και δική τους πατρίδα. Αυτών των ανθρώπων που είπαν να αφήσουν και αυτοί ένα λιθαράκι από τον δικό τους πολιτισμό, τη δική τους πραγματικότητα, η οποία με κάποιον τρόπο έπρεπε να βρει τη δική της γωνιά στα λιγοστά τετραγωνικά του πλωτού μας μπακλαβά.
αποσπάσματα από την προβολή και το Q&A του "Xemeina" - Ecofilms'10, 23.6.2010
Η ταινία αυτή του Κώστα Αγιαννίτη (που κι αυτός...μάς ξέμεινε εδώ), της ροδίτισσας Μαρίας Γεράκη (που μάς... ξέφυγε στην Αθήνα) και της επίσης ροδίτισσας Χρυσάνθης Ζουρούδη (που παρέμεινε) κατάφερε και κράτησε το ενδιαφέρον μου από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτό της, με τις αφηγήσεις να δένονται γλυκά η μία με την άλλη, τις εικόνες να ακολουθούν τον δικό τους ειρμό και -το βασικότερο- χωρίς να πλατυάζουν ούτε οι μεν, ούτε οι δε.
Λόγια και κινήσεις σε σωστές δόσεις.
Και η διακριτικότατη παρουσία μουσικής υπόκρουσης έδεσε το γλυκό, δίνοντας έμφαση σε ό,τι ωραίο, αληθινό και παντελώς ...ροδίτικο είχαν να μάς πουν αυτοί οι πέντε άνθρωποι.
Αυτοί οι πέντε ροδίτες που καλά έκαναν και..
..μάς xemeinan!
Εν αναμονή λοιπόν της νέας τους ταινίας,
που ελπίζω να μην αργήσει να μάς erthei!
Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της ταινίας Xemeina πατώντας εδώ
.






